Συνέντευξη στους Νίκο Λάππα, Γεωργία Μπόχτη

Έργα με έντονο αναπτυξιακό και μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα, που θα συμβάλουν στην ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, διεκδικούν χρηματοδοτική στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης για τον αγροδιατροφικό τομέα, προαναγγέλλει στη συνέντευξη που παραχωρεί στην «ΥΧ» ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Θεόδωρος Σκυλακάκης. Όπως εξηγεί, το Σχέδιο Ανάκαμψης της χώρας, που αναμένεται να κατατεθεί στην Κομισιόν, θα λειτουργεί συμπληρωματικά με τους πόρους του αγροτικού πακέτου. Επιπλέον, ο κ. Σκυλακάκης απαντά στις αιχμές σχετικά με την καθυστέρηση έγκρισης των κορωνομέτρων στον πρωτογενή τομέα, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως πρέπει να «σκεφτόμαστε και αυτούς που καλύπτει η κάθε δαπάνη, και εκείνους, οι οποίοι πληρώνουν την κάθε δαπάνη».

 

Η κρίση που προκάλεσε η πανδημία ενεργοποίησε τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς για τη σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης, με τη συμφωνία ενός πακέτου διάσωσης, ύψους 750 δισ. ευρώ. Στην Ελλάδα αντιστοιχούν 32 δισ. ευρώ.

Η χώρα μας δικαιούται ένα ποσό της τάξης των 19 δισ. ευρώ από επιχορηγήσεις και 13 δισ. ευρώ από δάνεια. Για το ποσό αυτό των 32 δισ. πρέπει να καταθέσουμε ένα Σχέδιο Ανάκαμψης. Στα μέσα Οκτωβρίου ξεκινάει η ημερομηνία για την κατάθεση του προσχεδίου, αλλά το τελικό σχέδιο μπορούμε να το καταθέσουμε από τις αρχές Ιανουάριου μέχρι και τον Απρίλιο του 2021. Το Σχέδιο θα είναι πολύ αναλυτικό και θα περιλαμβάνει εξαντλητική αιτιολόγηση του κάθε έργου, της κάθε δαπάνης και του χρονικού ορίζοντα.

Πόσα χρήματα αντιστοιχούν στον αγροδιατροφικό τομέα;

Το Σχέδιο δεν δουλεύει κλαδικά. Πρέπει να περιέχει είτε μεταρρυθμίσεις είτε επενδύσεις. Και οι επενδύσεις πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις μεταρρυθμίσεις και επιπλέον να έχουν ψηφιακή και πράσινη διάσταση, στο πλαίσιο της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και των άλλων πράσινων στόχων της ΕΕ. Δηλαδή, κάθε μέτρο της αγροδιατροφής που θα ενταχθεί, θα πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα ψηφιακά και πράσινα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, το Σχέδιο λειτουργεί συμπληρωματικά με τους πόρους του αγροτικού πακέτου. Συνεπώς, δράσεις που περιλαμβάνονται στο αγροτικό πακέτο δεν θα καλυφθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης. Πρέπει να είναι πρόσθετες δράσεις σε σχέση με το αγροτικό πακέτο, που τώρα συζητείται και εξειδικεύεται.

Το «κλειδί» του Ταμείου Ανάκαμψης είναι οι μεταρρυθμίσεις. Συνεπώς, οι προσπάθειές μας –γιατί είμαστε σε πολύ πρώιμο στάδιο– επικεντρώνονται στη χρηματοδότηση είτε αναγκαίων επενδύσεων, που δεν καλύπτονται από άλλους πόρους (π.χ. ΠΑΑ, ΕΣΠΑ), είτε αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες έχουν κάποιο κόστος, το οποίο είναι προσωρινό. Αυτό το προσωρινό κόστος μπορεί να καλυφθεί, εφόσον οι μεταρρυθμίσεις είναι αρκετά φιλόδοξες και το κόστος αναλογικό με το αποτέλεσμα που θα φέρουν στην οικονομία από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Θα μας δώσετε μερικά παραδείγματα;

Πρώτα, πρέπει να αξιολογηθούν οι προτάσεις των υπουργείων. Eίναι πρώιμο να συζητήσουμε τι μπορεί να καλυφθεί. Ασφαλώς, όμως, έργα, για παράδειγμα εγγειοβελτιωτικά, ιδίως αν κινητοποιούν και πρόσθετους πόρους του ιδιωτικού τομέα, επειδή έχουν έντονα αναπτυξιακό χαρακτήρα και σε αρκετές περιοχές μπορεί να είναι και άμεσα συνδεδεμένα με την Κλιματική Αλλαγή –δεν είναι η κατάσταση του νερού ίδια σε όλη την Ελλάδα, έχουμε μεγάλες διαφοροποιήσεις στη διαθεσιμότητα και στη χρήση του νερού– μπορούν να ενταχθούν. Όπως ότι θα ενταχθούν και μετρητές στο πλαίσιο της ψηφιακής μετάβασης. Διότι, το πακέτο έχει πράσινη και ψηφιακή πτυχή.

Η πράσινη πτυχή αφορά το νερό, η ψηφιακή αφορά τη μέτρηση του νερού και τη χρήση νέων τεχνικών, ώστε να εξοικονομούμε νερό, να μην το σπαταλάμε και να το χρησιμοποιούμε αποτελεσματικά, κατά συνέπεια με πολύ μικρότερο κόστος. Και έτσι να βελτιωθεί η παραγωγική δυνατότητα. Το θέμα είναι πώς όλα αυτά μπορούν να συνδεθούν και με μεταρρυθμίσεις στον ίδιο τομέα.

Με βάση την ειδική στρατηγική «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο», προβλέπεται ότι σε μία προγραμματική περίοδο πρέπει να μειωθεί η χρήση κάποιων εισροών, ακόμη και κατά το ήμισυ, να μειωθεί η χρήση των υδάτων στη γεωργία, να αξιοποιηθεί η ευφυής γεωργία κ.ά. Στην Ιταλία, που έχει περίπου τις ίδιες διαρθρώσεις με την Ελλάδα, ζητούν στο δικό τους Σχέδιο να συμπεριληφθεί δράση, ώστε το 10% των καλλιεργούμενων εκτάσεων να ενταχθεί στην ψηφιακή μετάβαση και να εφαρμοστούν πρακτικές ευφυούς γεωργίας κατά την επόμενη τριετία. Βλέπετε κάτι ανάλογο για την Ελλάδα;

Πρέπει να έχουμε μία αίσθηση του χρόνου. Η αποπληρωμή των πόρων θα στηριχθεί στην επίτευξη των ορόσημων και των στόχων κάθε μεταρρύθμισης και επένδυσης. Οι τελευταίοι στόχοι θα κριθούν τον Ιούλιο του 2026, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αποπληρωμή μέχρι τις 31/12/2026, που λήγει ο χρόνος αποπληρωμής. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε πεντέμισι χρόνια στη διάθεσή μας για τις πληρωμές. Με βάση την αρχική εικόνα που έχουμε τώρα – διότι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί –, έχουμε δύο με τρία χρόνια για τις νομικές δεσμεύσεις. Δηλαδή, κατά μία ερμηνεία, για τις συμβασιοποιήσεις.

Αυτό σημαίνει ότι τα έργα δεν θα είναι μόνο συμπληρωματικά των άλλων εργαλείων, καθώς και με πράσινη και ψηφιακή διάσταση, αλλά θα πρέπει να μπορούμε να συμβασιοποιήσουμε μέσα σε δύο χρόνια το μεγαλύτερο κομμάτι, ήτοι το 70%, και το 30% τον τρίτο χρόνο. Και μετά να μπορούν να ολοκληρωθούν αυτά τα έργα στα δυόμισι με τριάμισι χρόνια που απομένουν. Αυτό, με βάση την εμπειρία των έργων του αγροτικού τομέα, καθιστά πάρα πολύ δύσκολη και προσεκτική την επιλογή. Ταυτόχρονα, δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί οι κανονισμοί, σύμφωνα με τους οποίους θα χρηματοδοτούνται οι ιδιωτικές παράλληλες επενδύσεις. Είναι κάτι που συζητείται. Υπάρχει μια άποψη ότι οι επενδύσεις που μπορούν να χρηματοδοτούνται, να είναι δημόσιες ή μπορεί να είναι και ιδιωτικές, στο βαθμό, όμως, που αποτελούν δομικά στοιχεία μεταρρυθμίσεων.

Όλο αυτό το πακέτο, λοιπόν, θα πρέπει να το έχει στο μυαλό του ο αγροτικός τομέας σαν συμπληρωματικό, που παίρνει ώριμα έργα ή προγράμματα με έντονα μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Κάτι που δεν ίσχυε εδώ και πολλές δεκαετίες για τον αγροτικό χώρο.

Δεν είναι, λοιπόν, εξαιρετικά δύσκολα να ενταχθούν στο Ταμείο μεγάλα αρδευτικά έργα;

Εξαρτάται. Έχει σημασία το αναπτυξιακό αποτύπωμα και η δυνατότητα των έργων να κινητοποιήσουν ιδιωτικούς πόρους. Εδώ, λοιπόν, θα παίξει ρόλο και ο τρόπος με τον οποίο θα γίνουν οι σχετικές αναθέσεις. Δηλαδή, έργα που δεν είναι δημόσια, αλλά υλοποιούνται μέσω ΣΔΙΤ, έχουν το πλεονέκτημα ότι έχουν πολύ ασφαλείς ημερομηνίες αποπεράτωσης.

Αντίθετα, στα δημόσια έργα, επειδή πολλές φορές προκύπτουν διαφωνίες κατά την εκτέλεση μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και της αναδόχου εταιρείας, είναι τελείως διαφορετικοί οι προβλεπόμενοι χρόνοι αποπεράτωσης και αποπληρωμής. Εδώ, λοιπόν, θα ευνοηθούν τα πιο μεγάλα έργα, που υλοποιούνται με συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, για λόγους και χρονικούς. Γιατί εάν ξεκινήσει ένα αρδευτικό έργο, για παράδειγμα σε δυόμισι χρόνια από σήμερα (ας πούμε ότι είναι στο όριο η συμβασιοποίηση), απαιτούνται κανονικά τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί, εάν γίνουν όλα άψογα. Εάν, όμως, πάρει τη συνήθη καθυστέρηση του δημόσιου έργου και ολοκληρωθεί στα έξι χρόνια, τότε η χώρα θα χάσει ένα πολύ μεγάλο ποσό χρημάτων και ίσως να απενταχθεί ολόκληρο το έργο.

Συνεπώς, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στο τι θα επιλεχθεί, ώστε να απορροφήσουμε τα χρήματα. Αυτό περιλαμβάνει και άλλα πράγματα. Κάποια έργα έχουν και απαλλοτριώσεις. Εκεί, άσχετα με τις προσπάθειες που θα κάνουμε για να επιταχύνουμε όλες αυτές τις διαδικασίες, θα πρέπει να υπάρχει και μία αντίληψη των τοπικών κοινωνιών ότι αυτά τα έργα πρέπει να προχωρήσουν με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα και με τη συμβολή όλων. Διότι, εάν δεν υπάρχει αυτή η αντίληψη, και είναι ένα έργο δηλαδή που θα δεχθεί αντιδράσεις, τότε απλούστατα δεν θα επιλεγεί το έργο αυτό για να ενταχθεί στο συγκεκριμένο χρηματοδοτικό εργαλείο. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην πετύχουμε.

Κορωνοπληρωμές

Ακούγεται ότι το Λογιστήριο του Κράτους είναι εκείνο που καθυστερεί την έγκριση των λεγόμενων κορωνομέτρων στον αγροτικό τομέα. Για παράδειγμα, ότι καθυστερεί η έγκριση των 4 ευρώ για τα αιγοπρόβατα.

Κατ’ αρχάς, για τα αιγοπρόβατα το ύψος ενίσχυσης είναι στα 3,8 ευρώ.

Πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή;

Η υπόθεση του κορωνοϊού έχει προκαλέσει τεράστια ζημιά στην οικονομία. Η αντιμετώπισή της γίνεται με χρήματα που δανειζόμαστε από τις αγορές, κατά κύριο λόγο, και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε κάθε δαπάνη που κάνουμε, ώστε να γίνεται με τη μεγαλύτερη ακρίβεια η αναλογική στη ζημιά που προκαλείται. Ειδικά στον τομέα της γεωργίας, αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί οι κανονισμοί του de minimis, που χρησιμοποιούμε κυρίως γι’ αυτές τις ενισχύσεις και ειδικά του γεωργικού ειδικού de minimis που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν επιτρέπουν την εξατομίκευση των απωλειών και λειτουργούν σχεδόν αναγκαστικά με τη λογική του μέσου όρου, που κάποιους ευνοεί και κάποιους όχι. Εκ των πραγμάτων, η βούληση του ΥΠΑΑΤ, και ορθώς από τη δική του πλευρά, είναι να καλύπτει ικανοποιητικά και αυτούς που αδικούνται από τον μέσο όρο. Η δική μας δουλειά είναι να σκεφτόμαστε και αυτούς που καλύπτει η κάθε δαπάνη και εκείνους, οι οποίοι πληρώνουν την κάθε δαπάνη. Διότι, καμία δαπάνη δεν έρχεται από τον ουρανό. Υπάρχουν φορολογούμενοι, οι οποίοι καλούνται να δουλέψουν, να δώσουν από το εισόδημά τους για να πληρωθεί η οποιαδήποτε δαπάνη κάνει το ελληνικό κράτος.

 

Είπατε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό το επενδυτικό πακέτο να συνδέεται με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις. Ποιες είναι αυτές οι μεταρρυθμίσεις;

Εμείς κάνουμε έναν σχεδιασμό σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία. Δεν είναι σωστό να συζητούμε τον σχεδιασμό αυτόν την ώρα που τον κάνουμε. Πρέπει να τον παρουσιάσουμε όταν θα ολοκληρωθεί. Ειδικά στις μεταρρυθμίσεις, είναι μεγάλο λάθος να τις δημοσιοποιείς την ώρα που τις συζητάς. Είναι ένας τρόπος για να αποτύχουν οι μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με την επιτροπή Πισσαρίδη, η αύξηση των εισοδημάτων θα στηριχθεί σε ένα τρίπτυχο: Στην αύξηση της παραγωγικότητας, στην εξωστρέφεια και στην ενσωμάτωση της καινοτομίας και της γνώσης.

Εγώ θα προσέθετα στο πρώτο, ειδικά για τον αγροδιατροφικό τομέα, ότι η λέξη-«κλειδί» είναι η συνεργασία. Το πρόβλημα του αγροτικού τομέα και της ελληνικής οικονομίας γενικότερα –αλλά ο αγροτικός πλήττεται περισσότερο– είναι η έλλειψη οικονομιών κλίμακος, το πολύ μικρό μέγεθος δηλαδή του κλήρου και των καλλιεργειών και αντίστοιχα το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων. Είμαστε η χειρότερη χώρα από πλευράς μεγέθους επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Ο αγροτικός τομέας είναι ο πιο πολυδιασπασμένος τομέας της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Συνεπώς, η λύση είτε με τη μορφή των συνεργασιών είτε με τη μορφή της αύξησης του μεγέθους είναι μια καθοριστική μεταρρύθμιση.

Αυτά είναι τα κριτήρια που θα ληφθούν υπόψη;

Προφανώς, αυτά είναι τα κριτήρια. Ένα κυρίαρχο κριτήριο είναι να είναι ρεαλιστικό το έργο και να υλοποιηθεί στους αστραπιαίους χρόνους αυτού του προγράμματος. Μεταξύ των ρεαλιστικών, τα κριτήρια πρέπει να είναι έντονα αναπτυξιακά και πόσο συνδέονται με τις μεταρρυθμίσεις, που ταυτόχρονα προωθεί η κυβέρνηση στον τομέα.

Source link