Για όσους «κινούνται» στον χώρο του ελαιολάδου, η Μαρία Περδικάρη δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις. Γεωπόνος, γευσιγνώστρια και μάνατζερ πλέον εστιατορίου στο Costa Navarino, στο παρελθόν έχει εργαστεί ως υπάλληλος του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, αλλά και εκτιμητής στον ΕΛΓΑ. Επομένως, έχει μια πλήρη εικόνα για τα προβλήματα του ελαιοκομικού κλάδου, αλλά και άποψη για το τι μπορούν να κάνουν οι παραγωγοί, προκειμένου να προασπίσουν το προϊόν τους.

«Κάθε παραγωγός είναι μια διαφορετική περίπτωση και καλείται να διαχειριστεί την καλλιέργειά του ανάλογα με τις συνθήκες, αλλά και τους στόχους του», τονίζει στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «ΥΧ».

«Ο τομέας του ελαιολάδου, αλλά και της βρώσιμης ελιάς, είναι στάσιμος τα τελευταία χρόνια. Τρία χρόνια τώρα η τιμή του ελαιολάδου έχει παγιωθεί σε ένα επίπεδο που δεν μπορεί να αντεπεξέλθει καν στα έξοδα της καλλιέργειας. Η βρώσιμη ελιά Καλαμών ειδικά φέτος είναι αδιάθετη μέσα στις αποθήκες των παραγωγών. Πολλοί παραγωγοί πουλάνε 30 λεπτά το προϊόν μόνο και μόνο για να ‘‘φύγει’’ και να καθαρίσουν τις δεξαμενές για την καινούργια σοδειά και οι έμποροι δεν έρχονται να το πάρουν», περιγράφει η κα Περδικάρη το τοπίο, σε μία από τις μεγαλύτερες ελαιοπαραγωγικές ζώνες της Ελλάδας.

Η κατάσταση φέτος επιδεινώθηκε λόγω κορωνοϊού. «Πέρυσι, τα πράγματα πήγαν καλύτερα και η τιμή έκλεισε συνολικά μεσοσταθμικά στο 1,75 ευρώ το κιλό για όλες τις κατηγορίες. Φέτος, όλες οι χώρες που καταναλώνουν βρώσιμη ελιά, όπως η Αγγλία, οι ΗΠΑ, η Ιταλία σταμάτησαν τις εισαγωγές. Και οι έμποροι, επειδή έχουν ποσότητες στις αποθήκες τους, δεν ενδιαφέρονται να αγοράσουν», τονίζει.

Την ίδια στιγμή και η τιμή του ελαιολάδου διαμορφώνεται κάτω από 3 ευρώ το κιλό. Το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο πωλείται 2,4 ευρώ το κιλό διεθνώς, όπως λέει η ίδια. «Με βάση μελέτη που έχουμε κάνει, για να μπορούν να καλυφθούν τα έξοδα καλλιέργειας και να υπάρχει κέρδος για τον αγρότη χρειάζεται η τιμή να φτάσει πάνω από 3,50 ευρώ το κιλό. Αυτήν τη στιγμή, οι παραγωγοί βρίσκονται σε μεγάλη δυσχέρεια».

«Μέχρι και η Ταζμανία μπαίνει στο παιχνίδι»

Η κα Περδικάρη εξηγεί ότι οι Ελληνες παραγωγοί έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν μια διαφορετική αγορά απ’ ό,τι παλαιότερα και επιβάλλεται να λάβουν συγκεκριμένες αποφάσεις για τον ελαιώνα τους: «Όλο το περιβάλλον αλλάζει. Αυτήν τη στιγμή, υπάρχει υπερπαραγωγή ελαιολάδου. Σε όλο τον πλανήτη παράγεται φρέσκο ελαιόλαδο. Μεγάλος παραγωγός είναι βέβαια η Ισπανία και ακολουθεί η Ιταλία. Η Πορτογαλία, η οποία έως τώρα μας ακολουθούσε, φέτος είναι πιθανό να μας ξεπεράσει, γιατί έχει αυξήσει πολύ τις φυτεύσεις. Και βέβαια υπάρχει και η Τουρκία, η Τυνησία, το Μαρόκο, η Χιλή. Μέχρι και η Ταζμανία παράγει πλέον ελαιόλαδο».

«Δεν υπάρχει μια συνταγή για όλους»

Η κα Περδικάρη εξηγεί ότι δεν υπάρχει μια συνταγή που να ταιριάζει για όλους. Επιπλέον, οι παραγωγοί πρέπει να λάβουν υπόψη τους πολλές παραμέτρους στις οποίες έως τώρα δεν έδιναν σημασία, με αποτέλεσμα να μην έχουν ακριβή εικόνα για το κόστος παραγωγής και το κέρδος τους: «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους πεδινούς και τους ορεινούς ελαιώνες. Σε ποτιστικούς ελαιώνες, όπως π.χ στους Γαργαλιάνους, μπορεί να γίνει καλύτερη διαχείριση μέσω των ποτισμάτων και των ραντισμάτων. Μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιήσει κανείς τρακτέρ, που διευκολύνει πολύ τη δουλειά. Στην ορεινή Μάνη, όμως, ο παραγωγός χρειάζεται να βρει άλλους τρόπους, δεν μπορεί να βάλει βαριά μηχανήματα».

Επίσης, όπως τονίζει, ο παραγωγός δεν υπολογίζει το κόστος της δικής του δουλειάς: «Θεωρεί ότι η δική του παρουσία στον ελαιώνα είναι αυτονόητη, όμως δεν παύει να είναι ένα μεροκάματο. Το τρακτέρ χρειάζεται συντήρηση, αλλά ο αγρότης δεν υπολογίζει ούτε αυτό το κόστος. Ευτυχώς, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχουν μπει όλοι στη λογική της μείωσης των μεγάλων ποσοτήτων λιπασμάτων».

Η γνώση, όπως σημειώνει, παίζει μεγάλο ρόλο και υπάρχουν πλέον τα εργαλεία, ώστε ο παραγωγός να γνωρίζει πότε και πώς ακριβώς πρέπει να παρέμβει. «Υπάρχουν μετρήσεις για τους μεγαλύτερους εχθρούς, όπως ο δάκος και ο πυρηνοτρίτης, ώστε να ξέρουμε πότε να ψεκάσουμε και να μην παρασυρόμαστε από το τι κάνει ο διπλανός».

Οι κακές συνήθειες που πρέπει να κοπούν

Κάποιες συνήθειες του παρελθόντος ήρθε η ώρα να εγκαταλειφθούν πλήρως. Η χρήση σακιών για τη συλλογή, όπως εξηγεί, είναι απαγορευτική. Αν ο καρπός συμπιεστεί, αρχίζουν οι οξειδώσεις και η ποιότητα του ελαιολάδου που παράγεται είναι κακή. Επίσης, ο καρπός δεν πρέπει να αποθηκεύεται για μέρες, αλλά να οδηγείται άμεσα στο ελαιοτριβείο. «Όλα αυτά επιβάλλεται πλέον να εφαρμόζονται», προτρέπει τους παραγωγούς η κα Περδικάρη. Η σωστή ισορροπία ανάμεσα στη μείωση του κόστους παραγωγής από τη μία και τη βελτίωση της ποιότητας του προϊόντος από την άλλη βοηθούν τον παραγωγό να κερδίσει περισσότερα.

«Οι μικροί πρέπει να βρουν τη μέση οδό μεταξύ ποιότητας και ποσότητας»

«Κάθε παραγωγός είναι διαφορετική περίπτωση και πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις με βάση τα δικά του δεδομένα. Ένας παραγωγός που έχει πολλά στρέμματα έχει ποσότητα. Οι παραγωγοί, όμως, που έχουν μικρότερο κλήρο πρέπει να βρουν μια μέση οδό ανάμεσα στην ποιότητα και στην ποσότητα. Για παράδειγμα, ένας παραγωγός με τον οποίο συνεργαζόμαστε πουλάει αποκλειστικά στην Ελβετία, όμως είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί συγκεκριμένο πρότυπο και περνάει από συνεχείς ελέγχους». Μπορεί να αυξάνονται και οι εκτάσεις με ελαιόδεντρα παγκοσμίως, αυξάνονται όμως οι θαυμαστές του ελαιολάδου σε όλο τον πλανήτη. Υπάρχει χώρος, λοιπόν. Όμως, τις αγορές πρέπει να τις ψάχνουμε, να τις βρίσκουμε και, στη συνέχεια, να τις διαχειριζόμαστε με ταπεινότητα», επισημαίνει η κα Περδικάρη. «Ο καθένας μας πιστεύει ότι παράγει το καλύτερο ελαιόλαδο στον κόσμο. Πρέπει να μπορούμε να δούμε ότι υπάρχουν εξαιρετικά ελαιόλαδα παντού. Και να είμαστε πρόθυμοι να μάθουμε», καταλήγει.

Source link