Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο, με έκταση πάνω από 17 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα (6,5 εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια). Εκτείνεται επίσης σε 143 μοίρες γεωγραφικού μήκους (27-170 ° E) και 41 μοίρες γεωγραφικού πλάτους (41-82 ° Β). Μόνο τα νοτιότερα εδάφη της χώρας είναι ικανά να υποστηρίξουν ποιοτική αμπελουργία.

Πολλοί από τους αμπελώνες της Ρωσίας βρίσκονται κοντά στα σύνορα με τη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν και την Ουκρανία, μεταξύ της Μαύρης Θάλασσας και της Κασπίας Θάλασσας. Το Dagestan (Νταγκεστάν), η νοτιότερη επαρχία της Ρωσίας και το  γειτονικό Krasnodar Krai , είναι οι βασικές οινοπαραγωγικές περιοχές. Συνορεύουν με την Κασπία Θάλασσα και τη Μαύρη Θάλασσα αντίστοιχα – κι αυτό είναι ένας σημαντικός παράγοντας που τις καθιστά κλιματικά κατάλληλες για αμπελουργία. Χωρίς τη μετριοπαθή επιρροή που έχουν αυτές οι εσωτερικές θάλασσες στην περιοχή, το συγκεκριμένο ηπειρωτικό κλίμα θα ήταν πολύ ακραίο για επιτυχή αμπελουργία.

Οι ρώσικοι χειμώνες είναι συνήθως πολύ κρύοι, στο βαθμό που πολλοί αμπελουργοί συσσωρεύουν χώμα γύρω από τα αμπέλια τους για να τα προστατεύσουν από το «δάγκωμα» του παγετού. Τα καλοκαίρια είναι ηλιόλουστα και ζεστά και μερικές φορές έχουν την ανάγκη άρδευσης. Η Κασπία και η Μαύρη Θάλασσα μετριάζουν επίσης την απειλή της ξηρασίας, αν και ένα μεγάλο ποσοστό του Νταγκεστάν είναι ημι-έρημος.

 

Οι ποικιλίες σταφυλιών που είναι πιο πιθανό να βρεθούν στους ρωσικούς αμπελώνες είναι το Rkatsiteli, το οποίο αντιστοιχεί σε περισσότερο από 1/3 των φυτεύσεων και μια σειρά ευρωπαϊκών ποικιλιών. Μεταξύ των ποικιλιών λευκού κρασιού είναι οι Riesling από τη Γερμανία, το Traminer από την Ιταλία, τα Pinot Gris, Aligote και Clairette από τη Γαλλία και διάφορα μέλη της διεθνούς οικογένειας Muscat.

Η Ρωσία κάποτε συγκαταλεγόταν μεταξύ των μεγαλύτερων αμπελουργικών χωρών στον κόσμο, όσον αφορά τον τεράστιο όγκο που παραγόταν. Πολλές χιλιάδες εκτάρια καλλιεργήθηκαν σε διάφορες ρώσικες επαρχίες.  Ωστόσο, πολλοί αμπελώνες δεν επέζησαν από τη σθεναρή προσέγγιση του Προέδρου Γκορμπατσόφ για το αλκοόλ, τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και τις ιδιωτικοποιήσεις που ακολούθησαν. Παρέμειναν λιγότερα από 700.000 στρέμματα στην αρχή του 2000.

Βότκα

Το πιο διάσημο αλκοολούχο ποτό της Ρωσίας είναι φυσικά η βότκα, η οποία έγινε συνώνυμη με τη ρωσική κουλτούρα. Η λέξη βότκα σημαίνει “λίγο νερό” στα Πολωνικά (ως wódka) και στα Ρωσικά.

Η βότκα αποστάζεται από οποιοδήποτε φυτικό υλικό πλούσιο σε άμυλο ή σάκχαρα. Η σύγχρονη βότκα βασίζεται στα δημητριακά (σιτάρι, σίκαλη, καλαμπόκι). Αυτά είναι ευρέως αποδεκτό ότι δίνουν το καλύτερο τελικό αποτέλεσμα. Πατάτες και ζαχαρότευτλα χρησιμοποιούνται επίσης τακτικά, αν και σπάνια σε εμπορική κλίμακα.

Στη Ρωσία παράγει επίσης βότκα ρυζιού και βότκα σταφυλιών. Η διαφορά με το ιαπωνικό sake είναι ότι τα σταφύλια που χρησιμοποιούνται δεν έχουν παλαιώσει και αποστάζονται σε υψηλότερη αλκοολική καθαρότητα. Επίσης, παράγονται διάφορες πολυτελείς εμφιαλώσεις βότκας, συχνά τριπλές αποστάξεις για επιπλέον απαλότητα.

Διβάστε σχετικά: Βότκα: Θερμίδες, υδατάνθρακες και διατροφικά στοιχεία

Η ιστορία της βότκας στη Ρωσία πιθανότατα χρονολογείται από την επίσκεψη των γενουάτων πρεσβευτών στη Μόσχα το 1386. Παρουσίασαν στον Μεγάλο Δούκα Ντμίτρι Ντόνσκοι ένα aqua vitae (αποσταγμένο οινοπνευματώδες ποτό). Η πρώτη ρωσική βότκα, σύμφωνα με το μύθο, παρασκευάστηκε από έναν μοναχό στο μοναστήρι του Κρεμλίνου το 1430. Καταγράφεται για πρώτη φορά με τη σύγχρονη έννοια, το 1751 σε διάταγμα της αυτοκράτειρας Ελισάβετ που ρυθμίζει την ιδιοκτησία του οινοπνευματοποιείου.

Το κρατικό μονοπώλιο υπήρχε μέχρι το 1863. Όταν καταργήθηκε, οι τιμές μειώθηκαν και το συγκεκριμένο ποτό έγινε διαθέσιμο στους καταναλωτές όλων των εισοδημάτων. Το αλκοόλ ήταν η μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων της Τσαρικής Ρωσίας, και μέχρι το 1911 η βότκα αντιπροσώπευε σχεδόν το 90% της κατανάλωσης αλκοόλ στη χώρα. Σήμερα το ποσοστό μπορεί να είναι περίπου 70%.

Η βότκα είναι η πιο δυναμική κατηγορία στην παγκόσμια βιομηχανία οινοπνευματωδών σήμερα. Δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη κατηγορία με συνολικές πωλήσεις πάνω από 512.7εκατομμύρια κιβώτια (2008), αλλά ο ρυθμός ανάπτυξης της είναι πρωτοφανής. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών η κατηγορία έχει προσθέσει ένα συγκλονιστικό αριθμό 246.7 εκατομμυρίων κιβωτίων

( CAGR -Σύνθετος ρυθμός ετήσιας ανάπτυξης 3,5%).
Η λέξη βότκα είναι σλαβική και σημαίνει «νεράκι», πρόκειται για ένα διαυγές, καθαρό και ουδέτερο ως προς την γεύση απόσταγμα.

Ένα μεγάλο κομμάτι στην παραγωγή βότκας έχει και η Σουηδία, όχι τόσο σαν χώρα παραγωγής του δημοφιλέστερου brand παγκοσμίως, αλλά για την θέση της στην παγκόσμια αγορά βότκας, τόσο στο παρελθόν όσο και στις μέρες μας. Σκεφτείτε ότι το 1756, υπήρχαν στη Σουηδία, μια χώρα 3.000.000 κατοίκων, περισσότερα από 180.000 δηλωμένα αποστακτήρια!
Η βότκα, χρησιμοποιούταν αρχικά, όπως και άλλα αποστάγματα, για φαρμακευτική χρήση και οι Πολωνοί την χρησιμοποιούσαν μάλιστα ως πρώτης τάξης after shave.
Η διαδρομή της μέχρι τις μέρες μας έχει να κάνει με τις συνεχείς αναζητήσεις για βελτίωση της ποιότητας μέσω υψηλότερης καθαρότητας, με διάφορες μεθόδους, όπως διήθηση μέσα από ξυλάνθρακα, τριπλές και τετραπλές αποστάξεις αλλά και την εισαγωγή της συνεχούς απόσταξης με στήλες ανακαθαρισμού.

Η βότκα πρέπει να αποστάζεται από ένα ζυμώσιμο αγροτικό προιόν, όπως σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι, πατάτα κ.α. με ελάχιστο αλκοολικό βαθμό 96 % (abv). Όσον αφορά το θέμα γεύσης, το πιο σημαντικό δεν είναι η χώρα προέλευσης αλλά η πρώτη ύλη και η μέθοδος απόσταξης.

Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μεγάλη άνθιση η παραγωγή Premium και super premium ετικετών βότκας που αποτελεί τη νέα γενιά αλλά και ένα σύγχρονο trend. GREY GOOSE, BELVEDERE, SMIRNOFF BLACK, CiROC, BELUGA GOLD, WYBOROVA SINGLE ESTATE και άλλες πολλές αξιόλογες εμπορικές ετικέτες έχουν ριχτεί στην μάχη για τη διεκδίκηση μερίδιου αγοράς. Δεδομένου του σχετικά χαμηλού κόστους παραγωγής, αλλά και της γρήγορης διαδικασίας από την βυνοποίηση μέχρι την ζύμωση την απόσταξη και την εμφιάλωση η βότκα προσφέρει τεράστια ποσοστά κέρδους στους παραγωγούς της σε σχέση με άλλα ανταγωνιστικά αλκοολούχα προιόντα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγαλύτερη αγοραπωλησία εμπορικού ονόματος ποτού στην ιστορία είναι η πώληση της Grey Goose, ιδιοκτησίας Sidney Frank, στην Bacardi-Martini έναντι $2.200.000.000!

Bloody Mary, Cosmopolitan, Blue Lagoon, Bellini Martini, Big Apple Martini και δεκάδες άλλα κοκτέιλ, έχουν σαν βάση τη βότκα λόγω της ουδέτερης, ως επι το πλείστον, γεύσης της που αποτελεί ιδανική βάση.

Να υπενθυμίσουμε όμως ότι η κατανάλωση αλκοόλ απαιτεί ευθύνη και να επισημάνουμε ότι η συστηματική κατανάλωση αλκοόλ εκτός των ορίων της υπεύθυνης κατανάλωσης (ή η συστηματική κατανάλωση αλκοόλ που οδηγεί σε μέθη), μπορεί να οδηγήσει σε βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες βλάβες.

Πολλές -φαινομενικά ρωσικές- μάρκες βότκας δεν παρασκευάζονται στη χώρα. Η Smirnoff είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Υπάρχουν διαμάχες για αυτό το εμπορικό σήμα διεθνώς. Η Stolichnaya και άλλες βότκες εξακολουθούν να θφίστανται από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης.

Διαβάστε ακόμα: Βότκα: 14 απίστευτα περίεργες γεύσεις

ΠΗΓΗ