Τα τελευταία δύο χρόνια, το φαινόμενο της έξαρσης των μεδουσών στις ελληνικές ακτές, αρχής γενομένης από τον Κορινθιακό, απασχόλησε αρκετά την ελληνική Πολιτεία, η οποία, όπως αποδείχθηκε βρέθηκε απροετοίμαστη. Φέτος, αν και τα μηνύματα από τον Μάιο ήταν αρνητικά, τον Ιούνιο παρατηρήθηκε πως στον Κορινθιακό αλλά και στον Πατραϊκό η εμφάνιση των μεδουσών ήταν μειωμένη.

Παρ’ όλα αυτά, το Ελληνικό Παρατηρητήριο Βιοποικιλότητας, συνεχίζει να καταγράφει εμφανίσεις διαφόρων ειδών μεδουσών σε ελληνικές ακτές. Το τι πραγματικά συμβαίνει είναι κάτι το οποίο συνεχίζει να απασχολεί την εγχώρια επιστημονική κοινότητα, η οποία στον φακό του zougla.gr δηλώνει επιφυλακτική, αφού δεν διαθέτει ακόμα μελέτες για το φαινόμενο.

Τι συνέβη τελικά με τις μέδουσες; Για ποιο λόγο υπάρχει έξαρση τα τελευταία δύο χρόνια ; Τι περιμένουμε μελλοντικά; Ποια είδη καταγράφονται στις ελληνικές θάλασσες; Ποια είναι επικίνδυνα και ποια όχι; Πού εξαφανίζονται τα ψάρια και τη θέση τους παίρνουν αυτοί οι ζελατινώδεις οργανισμοί;

Για τα παραπάνω ερωτήματα ζητήσαμε απαντήσεις από το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών που είναι και ο αρμόδιος κρατικός φορέας ο οποίος μελετά τις ελληνικές θάλασσες. Συναντήσαμε λοιπόν τον διευθυντή ερευνών του ΕΛΚΕΘΕ, βιολόγο – ωκεανολόγο,Επαμεινώνδα Χρήστου, μέσα στο εργαστήριο ζωοπλαγκτού, ο οποίος θεωρείται από την ελληνική επιστημονική κοινότητα ο αρμόδιος για το θέμα των μεδουσών στην Ελλάδα.

Αδιαμφισβήτητα η έξαρση αυτή των μεδουσών στη χώρα μας δημιούργησε και συνεχίζει να δημιουργεί προβληματισμό σε επιχειρηματίες οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε παραλιακά μέτωπα αλλά ιδίως σε αυτά του Κορινθιακού και του Πατραϊκού. Κι αυτό γιατί παρατήρησαν πως οι λουόμενοι δεν προτιμούσαν τα καταστήματα όπου βρίσκονταν μπροστά σε παραλίες γεμάτες τσούχτρες.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε σε πολλούς οικονομική ζημιά και ανάγκασε πολλούς να αναζητήσουν άμεσες λύσεις. Έτσι κατέληξαν στην εφαρμογή των πλωτών φραγμάτων, δηλαδή των προστατευτικών διχτυών. Οι κατασκευές αυτές αν και έχουν κάποιο κόστος, αποδείχτηκαν μέχρι στιγμής σωτήριες αφού έχουν τη δυνατότητα να προστατέψουν έστω και προσωρινά τους λουόμενους. Η τοποθέτησή τους όμως δεν είναι μια τόσο εύκολη υπόθεση και η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

H ηλεκτρονική μας εφημερίδα επισκέφθηκε ένα εργοστάσιο παρασκευής τέτοιων διχτυών και συνομίλησε με τους αρμόδιους. Ποιες είναι πραγματικά οι δυνατότητές τους; Είναι όντως ασφαλή; Τοποθετούνται εύκολα και σε πόσο χρόνο; Αποτελούν όντως μια πυροσβεστική λύση για το καλοκαίρι;

Οι μέδουσες προκάλεσαν και πανικό στους λουόμενους, λόγω κάποιων ειδών τα οποία τσιμπούν. Σίγουρα είναι πολλοί αυτοί που θα ήθελαν να αποφύγουν την οποιαδήποτε επαφή με μια τσούχτρα.

Παράλληλα δημιουργήθηκαν μύθοι και υπήρξε παραπληροφόρηση σχετικά με τα συμπτώματα μετά το τσίμπημα αλλά και με τον τρόπο αντιμετώπισής τους. Τα γεγονότα αυτά δεν άφησαν φυσικά αδιάφορη την ιατρική και φαρμακευτική κοινότητα. Ο διοικητής του Νοσοκομείου «Ανδρέας Συγγρός» και καθηγητής δερματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτριος Ρηγόπουλος, μιλά στον φακό του zougla.gr και δίνει απαντήσεις για όλα όσα πρέπει να προσέχουν οι λουόμενοι. Πότε θα πρέπει πραγματικά να ζητήσουμε ιατρική βοήθεια εφόσον μας τσιμπήσει μέδουσα;

Οι ελληνικές θάλασσες όμως, σύμφωνα με τους επιστήμονες βρίσκονται μπροστά και σε μια άλλη μεγάλη πρόκληση, αυτή της εισβολής των ξενικών ειδών.

Ψάρια και θαλάσσιοι οργανισμοί από το Γιβλαρτάρ και το Σουέζ έχουν περάσει στη Μεσόγειο και αναπαράγονται γρήγορα. Κάποια από αυτά απαγορεύεται να καταναλωθούν επειδή είναι τοξικά, ενώ κάποια άλλα, δεν έχουν εμπορική αξία. Ένα μεγάλο ποσοστό βέβαια καταλήγει στο τραπέζι μας και καταναλώνεται.

Η Δρ Παρασκευή Καραχλέ, βιολόγος- ιχθυολόγος και ερευνήτρια του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ, μπροστά στον φακό της ηλεκτρονικής μας εφημερίδας, δείχνει αυτά τα είδη και εξηγεί αναλυτικά σε ποιες περιοχές της χώρας εμφανίζονται αλλά και ποια προβλήματα δημιουργούν. Τα θαλάσσια ξενικά ή εισβολικά είδη θεωρούνται σήμερα από τις μεγαλύτερες απειλές για τα τοπικά θαλάσσια οικοσυστήματα, την τοπική βιοποικιλότητα, την τοπική οικονομία καθώς και την ανθρώπινη υγεία. Τι πρέπει να κάνουμε αν βρεθούμε αντιμέτωποι στην θάλασσα με κάποιο ξενικό είδος και πως θα το αναγνωρίζουμε; Πως καταλήγουν κάποια από αυτά στο τραπέζι μας χωρίς να μπορούμε να το καταλάβουμε;

Η παρουσία των εισβολέων στις θάλασσές μας προκαλεί σημαντικές συνέπειες στο οικοσύστημα και σύμφωνα µε τις εκτιμήσεις των ιχθυολόγων αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός µε τα γηγενή ψάρια για τη διαθέσιμη τροφή.

Κάποια από αυτά τα είδη απαγορεύεται να καταναλωθούν επειδή είναι τοξικά, όπως για παράδειγμα ο λαγοκέφαλος. Ο Κώστας Ζαφειρόπουλος, ιδιοκτήτης ψαροταβέρνας, επισημαίνει πως χρειάζεται πολλή προσοχή στα εστιατόρια, προκειμένου το ψάρι αυτό να μην ανακατευθεί μαζί με άλλα και περάσει στο τραπέζι του καταναλωτή. Όπως τονίζει, όταν αυτό το ψάρι αλιευθεί μικρό, μοιάζει με άλλα γνωστά είδη που τρώγονται και γι’ αυτό ο επαγγελματίας εστιάτορας θα πρέπει να επαγρυπνεί. Είναι όμως όλοι προσεκτικοί όσο θα έπρεπε;

Υπάρχουν και οι Έλληνες ψαράδες οι οποίοι γίνονται αποδέκτες όλων αυτών των προβλημάτων που δημιουργούν οι εισβολείς τα τελευταία χρόνια αλλά και η αλλαγή του θαλάσσιου οικοσυστήματος.

Οι μέδουσες φτάνουν σε σημείο να δημιουργήσουν πρόβλημα στα δίχτυα, τονίζει ο Σωτήρης Λαμπαδαρίδης, γραμματέας του συλλόγου παράκτιων αλιέων Ωρωπού. Όπως προσθέτει στο φακό του zougla.gr, πρόβλημα αντιμετωπίζουν και με τα ξενικά είδη, τα οποία δεν έχουν εμπορευσιμότητα ενώ κάποια από αυτά, όπως ο «Γερμανός», καταστρέφουν την τροφή άλλων εμπορεύσιμων ψαριών. Δύσκολα θα ζητήσει κάποιος να φάει σε ψαροταβέρνα, γουρουνόψαρο ή λεοντόψαρο, τονίζει. Οι ίδιοι οι ψαράδες εκπέμπουν sos για έναν ελληνικό βυθό ο οποίος αλλάζει, και, όπως προσθέτουν, σε λίγα χρόνια δεν θα είναι ο ίδιος.

Από την πλευρά του, ο Αλέξανδρος Τσαγκαράκης, πρόεδρος του συλλόγου παράκτιων αλιέων Ωρωπού, αναφέρει πως οι συνάδελφοί του αντιμετωπίζουν και σοβαρά προβλήματα με τις φώκιες και τα δελφίνια.

Όπως επισημαίνει, στα νερά του Ευβοϊκού όπου και ψαρεύουν, ο πληθυσμός των ειδών αυτών έχει αυξηθεί με αποτέλεσμα να προκαλούνται σοβαρές καταστροφές στις ψαριές. Το γιατί υπάρχει η αύξηση αυτή όμως, παραμένει ένα μεγάλο ερωτηματικό, με τους επαγγελματίες αλιείς να μην μπορούν να κάνουν τίποτα και να είναι απλά θεατές.Οι παράκτιοι αλιείς μεταξύ άλλων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και για την καταστροφή που προκαλούν τα γρι- γρι, αφού όπως λένε σαρώνουν τα πάντα και δεν αφήνουν τίποτα.

Η εισβολή ξενικών θαλάσσιων ειδών από τη ναυτιλία, τις ιχθυοκαλλιέργειες, το εμπόριο ειδών ενυδρείου, αλλά κυρίως η είσοδός τους από τη Διώρυγα του Σουέζ, βάζει σε κίνδυνο τη μοναδική βιοποικιλότητα της Μεσογείου, πλήττει την αλιεία και συχνά απειλεί τη δημόσια υγεία.

Ο ελληνικός βυθός λοιπόν αλλάζει και αυτές οι αλλαγές φέρνουν ανατροπές. Ανατροπές που δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις οι οποίες αρχίζουν να μας επηρεάζουν όλους. Από τον λουόμενο και τον καταναλωτή, μέχρι τον επιχειρηματία και τον ψαρά.

ΠΗΓΗ