16 χρόνια θα συμπληρωθούν φέτος από την τριπλή στυγερή δολοφονία που είχε γίνει στην Φθιώτιδα και είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο. Ήταν 17 Αυγούστου του 2002, όταν ο 28χρονος τότε Ηλίας Λιασκώνης πυροβόλησε και σκότωσε τους κυνηγούς Γιώργο Τριανταφύλλου, Γιώργο Πουρνάρα και Βασίλη Αδάμο κοντά στο χωριό Σκαμνός Φθιώτιδας και ύστερα πέταξε τα πτώματά τους σε χαράδρα βάθους 1.000 μέτρων. Ο δράστης ανέφερε ως κίνητρο του φόνου ένα χρέος μερικών χιλιάδων ευρώ σε ένα από τα θύματα για την αγορά ενός κυνηγετικού σκυλιού.

Από την πρώτη στιγμή των ερευνών, όταν  οι συγγενείς των θυμάτων άρχισαν να μιλούν για εξαφάνισή και αρχικά οι ίδιοι και αργότερα με τη συνδρομή ανδρών των EMAK και της Αστυνομίας άρχισαν να τους αναζητούν στις δύσβατες, ορεινές περιοχές της Φθιώτιδας, κανείς δεν επείσθη ότι η υπόθεση συνδεόταν με οιονδήποτε τρόπο με τη δράση της «17 Νοέμβρη», όπως είχε ισχυρισθεί άγνωστος (πιθανόν ο ίδιος ο Λιασκώνης) με τηλεφωνήματα σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό και στην Αστυνομία.

Οι διωκτικές Αρχές έστρεψαν αμέσως την προσοχή τους στον Λιασκώνη, τον άνθρωπο που είχαν ξεκινήσει να συναντήσουν τα τρία θύματα, λέγοντας στους οικείους τους ότι επρόκειτο να τους δείξει ένα κυνηγετικό σκυλί. Νωρίς το μεσημέρι του Σαββάτου, ο Λιασκώνης μεταφέρθηκε στην Ασφάλεια Λαμίας. Εκεί είχε μεταβεί και κλιμάκιο αξιωματικών της Ασφάλειας Αττικής. Οι αστυνομικοί άρχισαν να τον ρωτούν για το ραντεβού με τα θύματα και τις μεταξύ τους σχέσεις. Σύντομα ο Λιασκώνης άρχισε να πέφτει στις πρώτες αντιφάσεις. Αποφασίσθηκε να ερευνηθεί το σπίτι του. Εκεί οι αστυνομικοί βρήκαν ματωμένα ρούχα. Όταν ρώτησαν τον Λιασκώνη για την προέλευση του αίματος, εκείνος τους απάντησε ότι είχε σκοτώσει ένα αγριογούρουνο και είχε λερωθεί από το αίμα του. Τα ματωμένα ρούχα εστάλησαν στα Εργαστήρια Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. Όπως προέκυψε από την εξέτασή τους, η φόρμα εργασίας είχε λερωθεί από αίμα ζώου, όμως ένα μπλουζάκι είχε πάνω του ανθρώπινο αίμα.

Το κινητό

Επιπλέον, στο σπίτι του Λιασκώνη βρέθηκε το κινητό τηλέφωνο ενός από τα θύματα. Στην αρχή ο δράστης ισχυρίσθηκε ότι το τηλέφωνο ήταν δικό του. Όταν όμως οι αστυνομικοί του ζήτησαν να ανοίξει τη συσκευή, διαπίστωσαν ότι δεν γνώριζε τον κωδικό της. Με βάση αυτά τα στοιχεία άρχισαν να τον πιέζουν περισσότερο να αποκαλύψει τι γνώριζε για την τύχη των τριών ανδρών. Οι αξιωματικοί της Αστυνομίας είχαν πεισθεί ότι ήξερε για την εξαφάνισή τους. Έλπιζαν ωστόσο ότι μπορεί απλά να τους κρατούσε κάπου φυλακισμένους, δεμένους σε κάποια ερημική καλύβα, πιθανόν για να αποσπάσει από τους συγγενείς τους κάποια χρήματα.

Επί πολλές ώρες ο Λιασκώνης εξακολούθησε να αρνείται ότι γνωρίζει το παραμικρό. Τελικά, έπειτα από περισσότερες από 24 ώρες συνεχούς ανάκρισης, έσπασε. Αυτό που ομολόγησε ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Είπε ότι οι τρεις εξαφανισθέντες ήταν νεκροί, ότι τους είχε σκοτώσει με τη συνεργασία ενός Αλβανού.

Οικονομικές διαφορές

Αρχικά υποστήριξε ότι αιτία της δολοφονίας ήταν η οικονομική διαφορά που είχε προκύψει με έναν εκ των τριών, τον Βασίλη Αδάμο, σχετικά με την αγοραπωλησία ενός σκυλιού. Και πάλι όσα έλεγε δεν έγιναν πιστευτά. H ανάκριση συνεχίσθηκε. Τελικά, έπειτα από πολλές πιέσεις, ο Λασκώνης αναφέρθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, σε λαθρεμπόριο όπλων και ναρκωτικών από την Αλβανία, στο οποίο εμπλέκονταν ο ίδιος, ο Αλβανός αλλά και τα θύματα.

Από τις οικογένειες των θυμάτων διαψεύσθηκε ότι υπήρχε τέτοια σχέση. Πάντως, από την Αστυνομία εκτιμάται ότι πιθανότατα τα θύματα δεν είχαν μιλήσει στους συγγενείς τους για την εμπλοκή τους σε παράνομες δραστηριότητες. Εξετάζεται το ενδεχόμενο ο Λιασκώνης να είχε πείσει του τρεις να συμμετέχουν σε κάποια τέτοια δραστηριότητα, πιθανότατα να τους είχε ζητήσει χρήματα για αγορά όπλων ή ναρκωτικών από την Αλβανία, υποσχόμενος πολλαπλάσια οφέλη από τη μεταπώλησή τους.

Οι έρευνες των διωκτικών Αρχών εστιάζονται στον εντοπισμό του Αλβανού που κατονόμασε ως συνεργό του ο Λιασκώνης, εάν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος, ενώ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να έχει κι αυτός πέσει θύμα του.

Παράλληλα, εκτός από το εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, εξετάζεται το ενδεχόμενο συμμετοχής σε κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών ή και αρχαιοκαπηλίας.

Οι σοροί των τριών θυμάτων μεταφέρθηκαν στην Αθήνα , προκειμένου να υποβληθούν σε νεκροψία. Παράλληλα, μεταφέρθηκαν στα Εργαστήρια Εγκληματολογικών Ερευνών οι κάλυκες και άλλα στοιχεία σήμανσης που βρέθηκαν στο σημείο όπου δολοφονήθηκαν οι τρεις άνδρες.

Φαντασιόπληκτος, παθιασμένος με το κυνήγι

Ως φαντασιόπληκτο άτομο με ψυχολογικές διαταραχές παρουσιάζουν τον 28χρονο Ηλία Λιασκώνη, άνθρωποι του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Πρώην εργοδότης του σε εταιρεία φύλαξης, όπου εργαζόταν ο δράστης, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «κατά τη διάρκεια βάρδιας σε κτίρια, ο Λιασκώνης έπλαθε διάφορα σενάρια. «Μας έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε ότι αυτήν τη στιγμή πέντε άτομα προσπαθούν να διαρρήξουν τον χώρο. Πηγαίναμε εκεί και εμείς και η αστυνομία και δεν βρίσκαμε κανέναν. Τότε έλεγε ότι διέφυγαν με μηχανάκια.

Αυτό συνέβη αρκετές φορές και ποτέ δεν βρήκαμε το παραμικρό ίχνος, που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του».

Ωστόσο, κάποιοι άλλοι τον περιγράφουν ως ήρεμο άτομο, που σε μερικές περιπτώσεις γινόταν οξύθυμος. O Ηλίας Λιασκώνης ήταν μόνιμος κάτοικος Λαμίας, παντρεμένος με δύο παιδιά, το ένα τεσσάρων ετών και το άλλο μερικών μηνών. Επίσης είχε ένα ακόμη σπίτι στο χωριό Σκαμνός, όπου είχε κλείσει την τελευταία συνάντηση με τους άτυχους κυνηγούς.

Τα τελευταία δύο χρόνια εργαζόταν ως εποχικός πυροσβέστης, ενώ ταυτόχρονα εκπαίδευε και πωλούσε κυνηγετικά σκυλιά.

O ίδιος έλεγε ότι το μεγάλο πάθος του ήταν το κυνήγι. Παλαιότερα, είχε εργαστεί κατά διαστήματα και σε εταιρείες σεκιούριτι, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, είχε εκπαιδευτεί στις ειδικές δυνάμεις και στον ανορθόδοξο πόλεμο.

Πώς ξεκίνησε το χρονικό της προαναγγελθείσης απαγωγής;

Στις 13 Αυγούστου 2002, άγνωστος τηλεφωνεί στον τηλεοπτικό σταθμό «Star» Κεντρικής Ελλάδας και ανακοινώνει ότι είναι από τη «17 Νοέμβρη» και σκοπεύει να απαγάγει τέσσερα άτομα από τη Λαμία, με σκοπό να τους ανταλλάξει με τον Αλέκο Γιωτόπουλο και τον Σάββα Ξηρό. Μάλιστα έδωσε και τα αρχικά των ονομάτων τους: Σ.Κ., Λ.Κ., Γ.Τ. και B.A. εκ των οποίων τα δύο συμπίπτουν με αυτά των δολοφονηθέντων Γιώργου Τριανταφύλλου και Βασίλη Αδάμου, ενώ ένα άλλο πιθανότατα ανήκει στον φίλο των άτυχων κυνηγών Λουκά Κούσουλα, ο οποίος δεν τους συνόδευσε για προσωπικούς του λόγους.

Δύο ημέρες μετά, στις 15 Αυγούστου, το τηλεφώνημα στο «star» επαναλαμβάνεται και ο άγνωστος, δηλαδή ο δράστης (έχουν ταυτοποιηθεί οι φωνές τους) επιμένει στο σενάριο της απαγωγής και της ανταλλαγής των κυνηγών με μέλη της «17N», που κρατούνται στον Κορυδαλλό.

Στις 16 Αυγούστου, ο 28χρονος Ηλίας Λιασκώνης κανονίζει τη συνάντηση με τους τρεις κυνηγούς στο χωριό Σκαμνός. Το ραντεβού ορίζεται για τις 5.30 τα ξημερώματα της επομένηε ημέρας  με σκοπό να τους πουλήσει ένα κυνηγετικό σκυλί. Σαράντα λεπτά πριν από το προγραμματισμένο ραντεβού, τα θύματα σταματούν στο βενζινάδικο της Αμφίκλειας για ανεφοδιασμό. O πρατηριούχος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που τους βλέπει.

Τρεις ώρες αργότερα, ο Λουκάς Κούσουλας δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον δράστη Ηλία Λιασκώνη, ο οποίος σε έντονο ύφος διαμαρτύρεται διότι κατά τα λεγόμενά του οι κυνηγοί δεν εμφανίστηκαν στο ραντεβού. Στις 8.30 π.μ. ειδοποιείται από άγνωστο άνδρα το Αστυνομικό Τμήμα Αμφίκλειας για την απαγωγή των τριών κυνηγών και επαναλαμβάνεται το σενάριο της ανταλλαγής τους με τα φερόμενα ως μέλη της «17N». Αμέσως, σήμανε συναγερμός στις αστυνομικές Αρχές, οι οποίες εντοπίζουν λίγα λεπτά αργότερα τα αυτοκίνητα των θυμάτων στη διασταύρωση Μπράλου και Παλαιοχωρίου. Δίπλα στα κλειδωμένα I.X. βρέθηκε μία σφαίρα.

Στις 12.30 το μεσημέρι, ο Ηλίας Λιασκώνης καλείται στο Αστυνομικό Τμήμα Αμφίκλειας για να καταθέσει και στις 4 μ.μ. μεταφέρεται στην Αστυνομική Διεύθυνση Λαμίας. Οδηγεί τους αστυνομικούς στο σπίτι του στο χωριό Σκαμνός, όπου εντοπίζονται δύο κυνηγετικά όπλα κι ένα πιστόλι κρότου, κυρίως όμως το «επίμαχο» κινητό τηλέφωνο του θύματος Βασίλη Αδάμου, το κύριο ενοχοποιητικό στοιχείο σε βάρος του δράστη.

Οι έρευνες της Αστυνομίας συνεχίζονται και την επόμενη ημέρα  παρουσία του προϊσταμένου του Πλημμελιοδικείου Λαμίας Δημήτρη Κωστάκη αλλά δεν δείχνουν να οδηγούν πουθενά. Στις 4.30 μ.μ., η μητέρα του 25χρονου Βασίλη Αδάμου δέχεται ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, που στέλνει τους πυροσβέστες στην περιοχή της Καταβόθρας. H ανίχνευση στην περιοχή αποβαίνει άκαρπη, οπότε οι έρευνες στρέφονται στην Οίτη.

Η ομολογία

Στις 5.30 το απόγευμα ο Ηλίας Λιασκώνης, έπειτα από πολύωρη ανάκριση, ομολογεί ότι δολοφόνησε τους τρεις κυνηγούς και τους έριξε στη χαράδρα, επειδή είχε οικονομικές διαφορές μαζί τους ύψους 1,5 εκατομμυρίου δραχμών, που προέρχονταν από εμπόριο όπλων και όχι από πώληση κυνηγετικών σκύλων. Η EMAK ανακαλύπτει τα πτώματα των τριών κυνηγών σε μία χαράδρα βάθους 500 μέτρων στη θέση Δοκίμια, κοντά στο Μοναστήρι Άγιος Ιωάννης. Ωστόσο, λόγω δυσκολίας πρόσβασης, οι πυροσβέστες εγκαταλείπουν την προσπάθεια, για να συνεχίσουν την άλλη μέρα το πρωί.

Οι άνδρες της EMAK κατάφεραν να ανασύρουν τις σορούς των άτυχων κυνηγών. Αρχικώς, εντόπισαν το πτώμα του 58χρονου γεωργού Γιώργου Πουρνάρα σε βάθος πενήντα μέτρων, ενώ αργότερα βρήκαν τη σορό του 32χρονου Γιώργου Τριανταφύλλου σε βάθος 70 μέτρων. Τελευταίο ανασύρθηκε το πτώμα του 25χρονου Βασίλη Αδάμου σε βάθος 150 μέτρω

Καταδικάστηκε σε τρις ισόβια

Ο Ηλίας Λιασκώνης καταδικάζεται 3 φορές σε ισόβια για το στυγερό έγκλημα. Στην εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Λαμίας το 2009, όπου εμφανίστηκε μετανιωμένος, δεν έπεισε τους δικαστές, παρ όλο που για πρώτη φορά ομολόγησε την πράξη του, οι οποίοι επανέλαβαν την αρχική τους ποινή, 3 φορές ισόβια….

Έρευνα – επιμέλεια: Συντακτική ομάδα Volvipress.gr

Πηγή: volvipress.gr




ΠΗΓΗ