Είναι γνωστό ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών στα αγροτικά εισοδήματα, έχει οδηγήσει πολλούς παραγωγούς να πουλάνε την παραγωγή τους με ανακριβή ή και καθόλου παραστατικά, με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις – και ιδίως οι Συνεταιρισμοί, να έχουν έρθει σε πολύ δύσκολη θέση. Η κατάσταση αυτή με τις «μαύρες πωλήσεις», εκτός των άλλων έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις στην εγχώριο αγορά, αλλά και στις αγορές της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και άλλων πολλών χωρών. 
Η Πολιτεία γνωρίζει το μέγεθος του προβλήματος, αλλά παρά τις υποσχέσεις ότι θα πατάξει το λαθρεμπόριο, δεν κάνει απολύτως τίποτα.
Ορισμένοι αναλυτές κάνουν λόγο ότι η «αδράνεια» του κρατικού μηχανισμού είναι επιλογή της Κυβέρνησης, γιατί εάν ξεκινήσει τους ελέγχους, τότε οι παραγωγοί θα αναγκαστούν να πληρώσουν σε φόρους το σύνολο της σοδειάς τους και δεν θέλει να βάλει απέναντί της τον αγροτικό κόσμο.
Θα πείτε τώρα, ότι αυτά δεν τα σκεφτόταν η Κυβέρνηση όταν έβαζε αυτούς τους δυσβάσταχτους φόρους, αντί να περιορίσει τη σπατάλη του Κράτους;
Σίγουρα τα ήξερε, αλλά όπως έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, ήταν πολιτική επιλογή της Κυβέρνησης αυτή η κατάσταση.

Οι προτάσεις

Προκειμένου να κρατηθεί όρθιος ο αγροτικός τομέας από τη βαριά φορολογία, έχουν κατατεθεί διάφορες προτάσεις. Μία από αυτές τις προτάσεις – η οποία μάλιστα διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τις σελίδες του περιοδικού μας και η οποία έχει συζητηθεί και στα υψηλά κλιμάκια της Κυβέρνησης – είναι να μειωθεί ο φορολογικός συντελεστής για τα μέλη των Συνεταιρισμών, στο 13%. Η πρόταση αυτή στοχεύει όχι μόνο στη μείωση της φορολογίας των παραγωγών, αλλά παράλληλα θέλει να λειτουργήσει και ως μοχλός για την καλύτερη οργάνωση της παραγωγικής μας βάσης. 
Αυτή η πρόταση έχει γίνει αποδεκτή από το σύνολο των Συνεταιρισμών αλλά και από πολλές ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες μπορούν να «διαβάσουν» την αναπτυξιακή προοπτική της. Μία άλλη πρόταση που έχει κατατεθεί, είναι να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές και να αναγνωρίζονται ως δαπάνες όλα τα έξοδα που γίνονται από τον παραγωγό.
Όμως τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να διακινείται από ορισμένους συνδικαλιστικούς κύκλους του συνεταιριστικού κινήματος και μία άλλη πρόταση, η οποία έχει στον πυρήνα της την ιδέα της εφαρμογής του «τεκμαρτού εισοδήματος». Για να δούμε όμως εάν αυτή η πρόταση είναι προς όφελος του παραγωγικού τομέα – και εάν έτσι μπορεί να παταχθεί το λαθρεμπόριο, όπως διατείνονται οι κύκλοι αυτοί.

Ποια είναι η πρόταση

Η νέα αυτή πρόταση περί τεκμαρτού εισοδήματος, έχει ως εξής: «Να προσδιορίζεται το αγροτικό εισόδημα του κάθε παραγωγού με βάση τα στοιχεία που δηλώνει αυτός στο ΟΣΔΕ ή στο Ε3. Από το εισόδημα αυτό θα αφαιρούνται οι δαπάνες που θα προκύπτουν από τα παραστατικά που πρέπει να προσκομίζει ο παραγωγός και αυτό που θα μένει θα είναι το φορολογητέο εισόδημα».
Για να γίνει κατανοητή αυτή η πρόταση, ας πάρουμε ως δεδομένο ότι ένας παραγωγός καλλιεργεί 50 στρέμματα ροδάκινα, τα οποία είναι σε πλήρη παραγωγή – και υπό κανονικές συνθήκες παράγει 200 τόνους ροδάκινα και έχει προσδιοριστεί ότι η τιμή παραγωγού για τα επιτραπέζια ροδάκινα είναι 20 λεπτά. Με βάση λοιπόν την πρόταση του «τεκμαρτού εισοδήματος» ο παραγωγός αυτός θα έχει έσοδα της τάξης των 40.000 ευρώ (200.000 κιλά ροδάκινα Χ 0,20 η προκαθορισμένη τιμή= 40.000 ευρώ), ανεξάρτητα εάν πουλήσει τα προϊόντα αυτά με τιμολόγιο ή δεν κόψει καθόλου τιμολόγιο.
Τώρα, για να προσδιοριστεί το φορολογητέο εισόδημα, θα πρέπει ο παραγωγός να προσκομίσει όλα τα παραστατικά με τις δαπάνες που έχει κάνει. Δηλαδή, εάν στο παράδειγμα που αναφέραμε, ο παραγωγός έχει παραστατικά με δαπάνες (όπως εργατικά, καύσιμα, λιπάσματα κ.λπ.) της τάξης των 20.000 ευρώ, τότε θα έχουμε:
Έσοδα 40.000 ευρώ, μείον δαπάνες 20.000 ευρώ, άρα καθαρό κέρδος 20.000 ευρώ, το οποίο και θα φορολογηθεί με τους φορολογικούς συντελεστές που ισχύουν σήμερα. 
Αναλύσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε την πρόταση αυτή, γιατί πολλοί άνθρωποι όταν ακούνε «τεκμαρτό εισόδημα» νομίζουν ότι θα επανέλθει ο παλιός τρόπος που υπολογιζόταν το αγροτικό εισόδημα.

Δεν στέκει αυτή η πρόταση

Όπως καταλάβατε, η πρόταση αυτή είναι στρεβλή, γραφειοκρατική, ανεφάρμοστη και επικίνδυνη.
Στρεβλή, γιατί δεν μπορεί να έχει ο παραγωγός – εκτός όλων των άλλων – και τον εφιάλτη του «τεκμαρτού εισοδήματος». Τι θα γίνει εάν καταστραφεί η σοδειά από ένα καιρικό φαινόμενο; Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συνδικαλιστές- συνεταιριστές απαντούν ότι σε μια καταστροφή της σοδιάς από καιρικά φαινόμενα, θα υπάρχει βεβαίωση από τον ΕΛΓΑ για το ύψος της ζημιάς και έτσι το τεκμαρτό εισόδημα θα προσδιοριστεί με βάση αυτήν την εκτίμηση.
Δηλαδή, δεν μας φτάνουν όλα τα άλλα που πληρώνουμε, θα βάλουμε τώρα και τους εκτιμητές του ΕΛΓΑ στις φορολογικές μας υποθέσεις, για να γίνεται καλύτερα το «αλισβερίσι»… 
Τι θα γίνει όμως εάν καταστραφεί η σοδειά από αιτίες που δεν αποζημιώνει ο ΕΛΓΑ, όπως π.χ. η πτώση των εσπεριδοειδών από τις συχνές βροχοπτώσεις, γεγονός που συνέβη φέτος στα μανταρίνια της Δυτικής Ελλάδας – ή έχουμε παραγωγή χαμηλότερη από την προσδιοριζόμενη – ή ακόμα τα προϊόντα θα πουληθούν χαμηλότερα από την τιμή προσδιορισμού του τεκμαρτού εισοδήματος ή μείνουν απούλητα στα χωράφια;
Και επειδή ο αγροτικός τομέας δεν είναι μόνο οι δενδρώδεις καλλιέργειες, τι θα γίνει με τα άλλα αγροτικά εισοδήματα;
Ο ψαράς δηλαδή, θα έχει τεκμαρτό εισόδημα ανεξάρτητα εάν θα βγάλει ψάρια; Ο κτηνοτρόφος θα έχει πάντα την ίδια ποσότητα γάλατος από τα ζώα του, για να έχει και αυτός τεκμαρτό εισόδημα;
Από την άλλη, πάνω σε ποια βάση θα υπολογιστούν οι τιμές παραγωγού;
Πώς, πότε και από ποιους θα αλλάζουν οι τιμές – και κατά συνέπεια και το εισόδημα του κάθε παραγωγού; Από κάποια επιτροπή που θα εδρεύει στην Αθήνα ή μήπως από διάφορους «τοπικούς άρχοντες»;
Αντιλαμβάνεστε ότι για να εφαρμοστεί αυτή η πρόταση, χρειάζεται ένα γραφειοκρατικό σύστημα – και η πολιτική ηγεσία που θα έχει το σύστημα προσδιορισμού του τεκμαρτού εισοδήματος υπ’ ευθύνη της, θα είναι ευάλωτη στην πίεση που θα δέχεται από κλεισμένους δρόμους ή άλλες μορφές διαμαρτυρίας των παραγωγών. Η πρόταση αυτή λοιπόν, εκτός των άλλων κρύβει και πολλούς κινδύνους και είναι άκρως επικίνδυνη για την ομαλή λειτουργία του αγροτικού τομέα.

Απλά πράγματα

Οι κύκλοι που «πλασάρουν» αυτήν την πρόταση, λένε ότι έτσι θα παταχθεί το λαθρεμπόριο των αγροτικών προϊόντων. Φαίνεται ότι δεν γνωρίζουν πώς λειτουργεί η αγορά, γιατί εάν εφαρμοστεί αυτή η πρόταση, τότε ο κάθε πωλητής των λαϊκών αγορών ή χονδρέμπορος ή Βαλκάνιος διακινητής, θα λέει στον παραγωγό: «Τώρα που έχεις τεκμαρτό εισόδημα, τι να το κάνεις το τιμολόγιο; Θα σου κόψω ένα τιμολόγιο με χαμηλή τιμή, για να κερδίσω και εγώ κάτι από τους φόρους, αλλιώς δεν βγαίνω»! 
Το λαθρεμπόριο λοιπόν θα συνεχίζεται, απλά σε αυτήν την περίπτωση δεν θα ζητάνε «μαύρες πωλήσεις » οι παραγωγοί, αλλά οι έμποροι, όπως δηλαδή γινόταν τον παλιό καλό καιρό…

Η άποψή μας

Η πρόταση αυτή πρέπει να αποσυρθεί και να παραμείνουν οι προτάσεις που προαναφέραμε. Δηλαδή, «να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές και να αναγνωρίζονται ως δαπάνες όλα τα έξοδα που γίνονται από τον παραγωγό» ή «να μειωθεί ο φορολογικός συντελεστής στο 13% για τους συνεταιρισμένους παραγωγούς». 
Ακόμα, να υπάρχουν εντατικοί έλεγχοι σε όλη την αγορά και να νομοθετηθούν αυστηρές ποινές για όσους φοροδιαφεύγουν. 
Απλά και κατανοητά πράγματα πρέπει να ζητάμε και να μην κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη, με προτάσεις γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες.
Τώρα, εάν η πολιτική ηγεσία δεν αντιλαμβάνεται ότι οι Συνεταιριστικές Οργανώσεις αλλά και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις κινδυνεύουν να κλείσουν από αυτήν την κατάσταση, υπάρχει και ο δρόμος της έντονης και δυναμικής διαμαρτυρίας, τον οποίο δεν θα πρέπει να αποκλείουν τα Συνδικαλιστικά Όργανα των Συνεταιρισμών και των ιδιωτικών Επιχειρήσεων.

Τάκης Ορφανός
takis@froutonea.gr

 
 
 Αν βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον κλικ ΕΔΩ
Για άμεση ενημέρωση ακολουθήστε μας στο facebook & στο twitter



Source link